Οι μπαλιάστρες της Μονής

Οι μαρτυρίες των παλιών μπαλαδόρων δεν φωτίζουν μόνο τα πρόσωπα και τις τεχνικές του παιχνιδιού, αλλά και τους τόπους που το φιλοξένησαν. Οι μπαλιάστρες της Μονής υπήρξαν κάτι περισσότερο από χωμάτινοι αγωνιστικοί χώροι: ήταν σημεία συνάντησης, επικοινωνίας και καθημερινής κοινωνικής συναναστροφής. Η καταγραφή των προφορικών μαρτυριών επέτρεψε τον εντοπισμό περισσότερων από δέκα διαφορετικών σημείων μέσα στον οικισμό, όπου κατά περιόδους λειτουργούσαν αυτοί οι χώροι, οριοθετημένοι με ξερολιθιά.

Ο Νικόλαος Μαγκανάρης, ο γηραιότερος από τους αφηγητές, ξεδίπλωσε μνήμες από μια εποχή που το παιχνίδι άνθιζε σε πολλά σημεία, χωρίς όμως να λειτουργούν όλες οι μπαλιάστρες ταυτόχρονα: «…και επά είχενε ο μπάρμπας ο Γρηγόρης, επά μπροστά που κατεβαίνομενε, είχενε μπαλιάστρα και στου Μπελέ, εκεί απόξω που κάθοντενε ο Σταυρής και μέσα στο χωράφι είχενε ο Χαρής μπαλιάστρα, ο γέρο Χαρής. Αυτή ήταν η πιο παλιά εκεί στου Μπελέ… Μετά ήκαμενε ο Πατουχομανώλης εδώ από κάτω, ετού που είναι του Σπορτονικόλα το σπίτι είχενε την μπαλιάστρα. Και ύστερα ήκαμενε και ο Γιάννης του Μαϊντανού μπαλιάστρα επά στου Κώστα και παίζαμενε ετού. Και ύστερα ήκαμενε και ο Κώστας από πάνω κατάλαβες; Και μετά ήκαμενε επά ο Κυνηομιχάλης ήταν και ελιές, ήτανε δροσερά και παίζαμενε ετού.» Η διαδοχική αυτή δημιουργία νέων μπαλιαστρών, τη μία μετά την άλλη, αποτυπώνει ακριβώς τη μεγάλη διάδοση του παιχνιδιού και την ανάγκη των κατοίκων να έχουν πάντα έναν διαθέσιμο χώρο για να παίξουν.

Την πυκνή παρουσία αυτών των χώρων επιβεβαίωσε και ο Μιχάλης Χαμηλοθώρης, δίνοντας μια αίσθηση υπερηφάνειας για τον τόπο του: «Μπαλιάστρες είχανε πάρα πολλές, είχανε μια εδώ στου Χαρκομιχάλη που είναι η κολόνα. Μπαλιάστρα είχενε ο Μάρκος εκεί που είναι το ξενοδοχείο. Μπαλιάστρα είχα εγώ από πάνω εκεί που είναι η αδερφή μου. Μπαλιάστρα είχενε ο Κυνηομιχάλης εκεί που είναι οι αχλαδιές. Μπαλιάστρα είχενε ο Γιάννης του Μαϊντανού εδώ που ήταν το σπίτι της γιαγιάς του της γριάς. Εν πάσει περιπτώσει είχαμε πολλές, 6-7 μπαλιάστρες και παίζαμε κάθε Κυριακή… Θαρρώ πως στην Απείρανθο είχε καμιά… αλλά οι πολλές ήτανε στη Μονή, εδώ ήτανε το κέντρο.» Ο Αντώνης Κοντοπίδης θυμήθηκε μερικές από τις πιο ζωντανές μπαλιάστρες: «Το σπίτι του Μαϊντανοκώστα λεγότανε μπαλιάστρα, εκεί ήταν οι μπάλες και μετά πήγε στο ξενοδοχείο του Μάρκου και εκεί απάνω στο πεζούλι πολύς κόσμος.» Ο ίδιος ανέφερε και μια παλιότερη, χαμένη πια στον χρόνο: «Από την Αγία Φωτεινή για να ανέβεις απάνω ήτανε χωματόδρομος και ήταν εκεί η μπαλιάστρα.»

Με την πάροδο του χρόνου, οι πλακοστρώσεις των δρόμων και η έλλειψη διαθέσιμων χωμάτινων χώρων μέσα στον οικισμό περιόρισαν σημαντικά τις επιλογές των παικτών. Καθοριστική υπήρξε η πρωτοβουλία του Μιχάλη Κοντοπίδη, πετρά στο επάγγελμα και εξαίρετου ξυλουργού, γνωστού για την αγάπη του για το παιχνίδι. Το 1998 διαμόρφωσε με δική του πρωτοβουλία, μια νέα μπαλιάστρα στον χώρο της ταβέρνας του “ΚΑΛΛΙΟΠΗ”, λίγο έξω από το χωριό, η οποία αποτέλεσε το νέο σημείο αναφοράς των παικτών. Μέχρι σήμερα παραμένει ένας ζωντανός χώρος παιχνιδιού, όπου συναντιούνται οι Μονιάτες αλλά και οι επισκέπτες του χωριού. Όπως σημειώνει ο Μάρκος Κοντοπίδης: «Και τώρα οι νέοι παίζουνε καλά που πηγαίνουν στου Μιχάλη του Γόνου και παίζουν.» Παράλληλα, ο Μιχάλης Κοντοπίδης συνεχίζει μέχρι σήμερα να κατασκευάζει χειροποίητες ξύλινες μπάλες από ξύλο ελιάς, όπως ακριβώς έκαναν και οι πρόγονοί του.

Μπαλιάστρα Μιχάλη Κοντοπίδη, ταβέρνα “ΚΑΛΛΙΟΠΗ”

Πηγή: Μαρία Βασιλάκη, 2014

Έτσι, η μπαλιάστρα του Μιχάλη Κοντοπίδη έγινε για τα επόμενα χρόνια το κύριο σημείο αναφοράς των παικτών, κρατώντας ζωντανό το παιχνίδι σε μια περίοδο κατά την οποία οι παλιές μπαλιάστρες είχαν πλέον χαθεί. Παράλληλα, δεν έλειψαν και κάποιες πρόχειρες μπαλιάστρες που δημιούργησαν κατά καιρούς νεότεροι χωριανοί, λειτουργώντας για σύντομα χρονικά διαστήματα. Η διαρκής αυτή αναζήτηση χώρου ανέδειξε την ανάγκη δημιουργίας μιας μόνιμης δημόσιας μπαλιάστρας για τις επόμενες γενιές.