Μπάλες: Μαρτυρίες Μονιατών

Οι πιο αυθεντικές πληροφορίες για τις «μπάλες» δεν βρίσκονται σε βιβλία, αλλά στις μνήμες των ανθρώπων που τις έζησαν. Το καλοκαίρι του 2024, έξι παλιοί Μονιάτες μπαλαδόροι μοιράστηκαν τις εμπειρίες τους, ξεδιπλώνοντας έναν ολόκληρο κόσμο από πρόσωπα, τεχνικές και στιγμές που περιγράφουν την καθημερινότητα του χωριού.

Αυτό που αναδύεται πιο έντονα από όλες τις αφηγήσεις είναι πως οι «μπάλες» ήταν πάνω απ’ όλα μια αφορμή για να μαζευτεί ο κόσμος και να διασκεδάσει. Ο Αντώνης Κοντοπίδης (γεν. 1944) το αποτύπωσε με ενθουσιασμό: «Το καλύτερο παιχνίδι που υπήρχε, οι πάντες παίζανε. Κάθε Κυριακή να κόσμος στο πεζούλι να παρακολουθεί όλη μέρα… “ρε συ εάν έκανες αυτό θα κερδίζαμε ρε”… Πολλή διασκέδαση, ούτε να βλαστημάνε, ούτε να χάνουνε, ούτε να απαγορεύεται, πολύ ωραίο παιχνίδι.» Την ατμόσφαιρα συμπλήρωσε γλαφυρά ο Μιχάλης Χαμηλοθώρης (γεν. 1939): «Ωωωω και βρισιές και σχόλια και “βάρα του ρε, βάρα του”, είχενε το γούστο του.»

Το πάθος αυτό συνοδευόταν από ένα μικρό αντίτιμο για τη χρήση της μπαλιάστρας, το λεγόμενο “τζόι”  που όριζε κάθε ιδιοκτήτης ανά παρτίδα. Ο Μιχάλης Χαμηλοθώρης, που διέθετε δική του μπαλιάστρα, το ανέφερε ξεκάθαρα: «Ανάλογα, εγώ τον έλεγα 2 δραχμές το παιχνίδι.» Πέρα από αυτό το αντίτιμο, οι ίδιοι οι παίκτες όριζαν μεταξύ τους και το έπαθλο της παρτίδας. Ο Γιώργος Χαμηλοθώρης (γεν. 1937) το περιέγραψε εύστοχα: «Όταν κάποιος κέρδιζε είχενε πιοτό και το πληρώνανε οι χαμένοι. Ή άμα δεν είχενε πιοτό λέγανε θα παίξομενε για μια στιγμής ένα φράγκο και όποιος το κερδίσει.» Την εικόνα συμπληρώνουν ο Αντώνης Κοντοπίδης «Άλλοι παίζανε ένα πακέτο τσιγάρα, άλλοι έναν καφέ» και ο ίδιος ο Μιχάλης Χαμηλοθώρης «Παίζαμε και κανένα πακέτο τσιγάρα», δείχνοντας πως το αντικείμενο του στοιχήματος, όσο μικρό κι αν ήταν, συνόδευε κάθε παρτίδα.

Μέσα σε αυτό το κλίμα, ανάμεσα στα πειράγματα, δεν έλειπαν και οι απρόβλεπτες στιγμές που μένουν αξέχαστες. Ο Δημήτρης Χαμηλοθώρης (γεν. 1940) θυμήθηκε ένα τέτοιο σκηνικό: «…ήσκασενε απάνω σε άλλη μπάλα και κάνει γκέλα και στήνεται, περνά πάνω από το καλυμμαύκι του παπά, πέφτει στο δρόμο και κυλάει και πάει μέσα στου Σπύρου…» Παρόμοιο περιστατικό περιέγραψε και ο Αντώνης Κοντοπίδης, αποδίδοντάς το στο πάθος του αντιπάλου του να τον νικήσει: «Ο Μήτσος του Κυνηομιχάλη έπιασε τις μπάλες και τις πέταξε και τις πήγε κάτω στα Βασιλικά επειδή δεν μπορούσε να με κερδίσει μια φορά.» Αυτός ο παίκτης φημιζόταν και για τη δύναμή του, όπως θυμάται ο Νικόλαος Μαγκανάρης (γεν. 1930): «Μια φορά αυτός ο Μήτσος του Κυνηομιχάλη τραβά μια μπαλιά του μπαλιού και το κάνει δυο κομμάτια και άλλη φορά του τραβά πάλι μια μπαλιά και παίρνει και πάει κάτω στα Βδοκέλια η μπάλα και το μπαλάκι…»

Για να φτάσουν όμως σε αυτό το επίπεδο δεξιοτεχνίας, οι παίκτες βασίζονταν σε μια βαθιά γνώση που περνούσε από γενιά σε γενιά. Οι μπάλες δεν αγοράζονταν· φτιάχνονταν με τα χέρια, σε αρμονία με τη φύση. Ο Δημήτρης Χαμηλοθώρης εξήγησε μια πρακτική που μοιάζει με ξεχασμένη σοφία: «Έκοβα λουμί ελιάς με λίεψη του φεγγαριού για να κρατήσουνε… με το σκερπάνι και με το πριγιόνι τις πελέκουμενε και τις έφτιαχνα.» Ο Γιώργος Χαμηλοθώρης πρόσθεσε την προτίμησή του για ένα άλλο ξύλο, που θεωρούνταν ανώτερο σε αντοχή: «Και εγώ είχα φτιάξει μπάλες σαν παιδί που ήμουνα. Από πουρνάρι εκείνο δεν σπάει, η ελιά χτύπημα με το χτύπημα η μία με την άλλη θα σπάσει, ενώ το πουρνάρι είναι γερό… Θέλει δύναμη για να πετάξεις την μπάλα γιατί την κάνανε με πουρνάρι.» Τη λογική πίσω από το ακανόνιστο σχήμα την αποκάλυψε ο Μάρκος Κοντοπίδης (γεν. 1947): «Τις μπάλες δεν τις κάναμε στον τόρνο… να έχει και πιάσιμο και να μην τσουλάει εύκολα. Γιατί άμα τσουλάει σαν το τόπι δεν λειτουργεί.»

Έχοντας στα χέρια τους αυτές τις χειροποίητες μπάλες, οι παίκτες ανέπτυσσαν την τέχνη τους ανάμεσα σε δύο βασικές τεχνικές. Ο Νικόλαος Μαγκανάρης τις περιέγραψε με απλότητα: «Το κοστάκι είναι το σιγανό, να πάει κοντά στο μπαλάκι. Ο μπάλος ήτανε άμα ήτανε μια μπάλα κοντά στο μπαλάκι ήπρεπενε να την βγάλουμε από κοντά…» Ο Γιώργος Χαμηλοθώρης επιβεβαίωσε το υψηλό επίπεδο δεξιοτεχνίας που απαιτούνταν, θυμίζοντας πως «όλοι μια για πάντα ήτανε καλοί που λαβώνανε γιατί ήπρεπενε να ΄ναι σταθερό το χέρι για να λαβώσεις την μπάλα να πάει κοντά στο τζανί». Και ο Μάρκος Κοντοπίδης πρόσθεσε την αγαπημένη του επιθετική βολή: «…μας άρεσε λοιπόν να κάνουμε τζερτζελέ έτσι, να χτυπάμε το τζανί να πετάγεται. Άμα είναι κοντά πάλι οι μπάλες θα δώσεις μια σκαστή που λένε.» 

Οι αφηγήσεις αυτές έφεραν ξανά στην επιφάνεια και τα ονόματα των παλιών μπαλαδόρων, εκείνων που με το ταλέντο τους σημάδεψαν το παιχνίδι. Ο Γιώργος Χαμηλοθώρης ξεχώρισε δύο παίκτες που θαύμαζε από παιδί: «Παιδί που ήμουνα εγώ θυμάμαι ότι ο καλύτερος μπαλαδόρος, βέβαια ήτανε 5 χρόνια πιο μεγάλος από εμένα, ήτανε ο Πατουχοπέτρος. Αυτός ήτανε ο καλύτερος μπαλαδόρος. Αυτός και ο Φαρκωνογιάννης, του Φαρκωναντώνη αδερφός μικρότερος.» Ο Νικόλαος Μαγκανάρης συμπλήρωσε: «Καλοί μπαλαδόροι ήταν αυτός ο Μήτσος του Κυνηομιχάλη, ο Χαριδογιώργης, ήταν τότε ο Λοργογιάννης… Που λαβώνανε ας πούμε ήταν αυτοί. Και ο Γιάγκας έπαιζενε ο μακαρίτης.» Ο Μάρκος Κοντοπίδης επιβεβαίωσε τη φήμη ορισμένων εξ αυτών, προσθέτοντας και προσωπικές μνήμες: «Καλός μπαλαδόρος ήτανε ο Μήτσος του Κυνηομιχάλη και ο γέρος μου έπαιζε και εγώ έπαιζα.» Ο Αντώνης Κοντοπίδης θυμήθηκε με τη σειρά του: «Παίζανε οι παππούδες μας. Από την Αγία Φωτεινή… έπαιζε ο Πατουχογιάννης, ο Πατουχοπέτρος, ο Γονοδημήτρης, ο Γονομανώλης, οι Γόνιδοι. Παλαιοί αθρώποι, ο Φακίνος, ο Ζέππος.» Και συμπλήρωσε με νόημα: «Άμα λέγανε να παίξουμε τέσσερα άτομα λέγανε οι άλλοι “εγώ θα πάω με τον Αντώνη, έχω κανονίσει να πάω με τον Αντώνη”. Τσακωνόντανε ποιος θα έρθει με μένα.»

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η κοινωνική διάσταση του παιχνιδιού ως προς τη συμμετοχή των δύο φύλων. Από το σύνολο των παλαιότερων μαρτυριών δεν προκύπτει καμία αναφορά σε γυναικεία συμμετοχή ως παικτριών. Οι «μπάλες» αποτελούσαν μια κατεξοχήν ανδρική πρακτική, γεγονός που εγγραφόταν στα ευρύτερα κοινωνικά πλαίσια της παραδοσιακής αγροτικής κοινωνίας, όπου οι ρόλοι των φύλων ήταν σαφώς διακριτοί. Το γεγονός ότι σήμερα οι «μπάλες» παίζονται και από γυναίκες, μάλιστα με ιδιαίτερη επιτυχία, καταδεικνύει πως το στοιχείο αυτό δεν είναι ένα στατικό κατάλοιπο του παρελθόντος αλλά μια ζωντανή πρακτική που εξελίσσεται και προσαρμόζεται οργανικά στις αλλαγές της κοινωνικής δομής. Πρόκειται για μια ουσιαστική ένδειξη ζωτικότητας, που ενισχύει τον χαρακτήρα του παιχνιδιού ως δυναμικού και συμπεριληπτικού πολιτισμικού φαινομένου.

Πρωτάθλημα Μπάλες – 2024

Κλείνοντας, όλοι οι αφηγητές συγκλίνουν σε ένα σημείο: το παιχνίδι αυτό ανήκει εξίσου στο παρελθόν, στο παρόν και στο μέλλον. Ο Μιχάλης Χαμηλοθώρης το συνόψισε με μια φράση που τα λέει όλα: «Παίζανε οι παππούδες μας, από εκεί ξεκινήσαμε και εμείς. Ήτανε ένα παιχνίδι που ήτανε για χωριάτες, για μας, να διασκεδάζουμε.» Και ο Μάρκος Κοντοπίδης έφερε την ιστορία στο σήμερα, δίνοντας τον τόνο της συνέχειας: «Και τώρα οι νέοι παίζουνε καλά… Είναι ένα παιχνίδι παλιό και ωραίο για νέους και πιο μεγάλους και περνάνε την ώρα τους.»